21/04/2026
Εκεί που ο χρόνος δεν μετριέται
Μια γιαγιά, μικροκαμωμένη, σκυφτή, να κουβαλά καλάμια. Το σώμα της έμοιαζε να λυγίζει κάτω από το βάρος, όχι μόνο των καλαμιών, αλλά και των χρόνων. Σκέφτηκα πως ίσως ήταν 90. Αργότερα έμαθα πως ήταν περίπου στα 65.
Ήθελα να τη φωτογραφίσω. Ήταν μια εικόνα που σε καλεί σχεδόν από μόνη της. Αλλά δίστασα. Ήταν ιδρωμένη, κουρασμένη, μέσα στη δική της καθημερινή μάχη. Ποιος ήμουν εγώ να την κάνω εικόνα;
Δεν χρειάστηκε να αποφασίσω.
Γύρισε, με κοίταξε, και με ένα απλό νεύμα με κάλεσε.
«Έλα», μου είπε χωρίς λόγια.
Ακολούθησα.
Το σπίτι της δεν ήταν ακριβώς σπίτι. Τρεις λαμαρίνες στερεωμένες πάνω στον βράχο, μία για ταβάνι, μία για τοίχο, μία που γλιστρούσε και γινόταν πόρτα.
Την έσυρε στην άκρη για να μου ανοίξει, σαν να άνοιγε κάτι πολύ μεγαλύτερο από έναν χώρο.
«Εδώ μένω», μου έδειξε.
«Με όλους τους μουσώνες.»
Δεν ξέρω τι είδε στα μάτια μου και με κάλεσε. Ίσως περιέργεια. Ίσως σεβασμό. Ίσως απλώς την ανάγκη να μοιραστεί.
Ξέρω όμως τι είδα εγώ στα δικά της.
Είδα τον χρόνο όχι σαν αριθμό, αλλά σαν βάρος. Σαν διαδρομή. Σαν κάτι που δεν μετριέται με χρόνια, αλλά με μέρες που επαναλαμβάνονται κάθε μέρα, ξανά και ξανά.
Έδεσε τα λυτά της μαλλιά, φόρεσε το χαμόγελο της…
Έβγαλα τη φωτογραφία.
Αλλά η αλήθεια είναι πως εκείνη τη στιγμή δεν ήμουν εγώ που την αποτύπωνα.
Ήταν εκείνη που αποτύπωνε κάτι μέσα μου.
Κάτι που δεν χωράει σε κάδρο.