12/08/2026
Η ΖΟΥΓΚΛΑ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΤΟΥ (The Asphalt Jungle, 1950) του Τζον Χιουστον με τους: Στέρλιν Χέιντεν, Λούις Κάλχερν, Σαμ Τζάφι, Μέριλιν Μονρόε. Καλημέρα.
Στη ''Ζούγκλα της Ασφάλτου'' (αρχικός ε.τ. ''Κουρσάροι των μεγαλουπόλεων'') κυριαρχούν εξαιρετικά λεπτοδουλεμένοι χαρακτήρες αν και σε πρώτο επίπεδο αυτό δεν γίνεται εμφανές. Όσο όμως η εξιστόρηση μας εισάγει αργά και μεθοδικά στους ομόκεντρους κύκλους διαφόρων ανθρωπίνων περιπτώσεων, οι οποίες συνδέονται με κοινή μοίρα, στον ασπρόμαυρο φωτισμό ενός σαρκοβόρου, κλειστοφοβικού περιβάλλοντος, νιώθουμε το ίδιο παγιδευμένοι. Επικοινωνούμε με το εσωτερικό πάθος, την αισιοδοξία και την τελική απογοήτευσή τους.
Μέσα από σύντομες αλλά σοφά οικοδομημένες σκηνές, οι ήρωες προικίζονται με δύναμη κα μεταδίδουν με ένταση τις ελπίδες τους. Ο ρυθμός έχει οργανωθεί σε γρήγορα κλειδιά, τα βλέμματα είναι ασκημένα στο ημίφως. Οι φράσεις κοφτές, οι κινήσεις εντατικές, μεταφέρουν την οσμή των στενών χώρων, τον ιδρώτα από τα εναγώνια σώματα, καθώς ο μηχανισμός του κόλπου στήνεται.
Ο Ντιξ Χάντλεϋ (Στέρλινγκ Χέυντεν) στο κέντρο αυτής της σκοτεινής χορογραφίας, γιγαντιαίος πιστολάς, με λίγα και αναγκαία λόγια, με βλέμμα κυνηγημένου, είναι απομονωμένος από τους άλλους επαγγελματίες που τον θεωρούν ξοφλημένο. Το μόνο που σκέφτεται είναι τα λιβάδια και τα άλογα του Κεντάκυ. Πίσω από την απλησίαστη μάσκα του λανθάνει παιδική αθωότητα. Ο Αλόνσο Έμερικ, επιφανής δικηγόρος με ύποπτες δοσοληψίες, στο χείλος της χρεωκοπίας, με άψογη εμφάνιση, οργανώνει από το πολυτελές διαμέρισμά του το τελευταίο παράνομο σχέδιο της έκνομης σταδιοδρομίας του.
Ο Ντοκ, ο εκτελεστήριος νους της ληστείας, που την προετοίμαζε στην επτάχρονη φυλάκισή του ως το αποφασιστικό χαρτί της ζωής του, είναι ένας προικισμένος και αισθησιοκράτης υπερήλικας, γραφικός και ουσιαστικός ταυτόχρονα. Η ευφυία, η μοιρολατρία και η γερμανική μεθοδικότητά του υπογραμμίζονται. Για τον χαρακτήρα αυτόν ο Χιούστον έχει επιφυλάξει την πιο θερμή υποστήριξη, χαρίζοντας στην κινηματογραφική ανθολογία ένα ανεπανάληπτο πορτρέτο. Δορυφόροι των ηρώων αυτών είναι: ο Κόμπυ, ο μπουκμαίηκερ που θέλοντας να ξεφύγει από τον αποπνικτικό αυτό κόσμο προδίδει, ο Γκας ο καμπούρης μπάρμαν που αγαπά τις γάτες και πιστεύει στη φιλία, ο Κιαβέλι ο σπεσιαλίστας ''ποντικός'' των χρηματοκιβωτίων με τη διπλή ζωή, η Ντολ, η μπαλαρίνα που γαντζώνεται απελπισμένα στον σκληρό Ντιξ, η Άντζελα της Μέριλιν Μονρόε, που χαϊδεύεται στα γόνατα του εραστή της Έμερικ κ.ά.
Τα ετερόκλητα αυτά πρόσωπα, σύμφωνα με τη χιουστονική προβληματική, συγκλίνουν στον κοινό στόχο της επιτυχίας, όπως ακριβώς και οι ήρωες στο ''Γεράκι της Μάλτας'' και στον ''Θησαυρό της Σιέρα Μάντρε''. Ο παροξυσμός του κέρδους τους ενώνει και τους παρασύρει στην καταστροφή. Στη μια πλευρά της αφηγηματικής σκηνής η επιστημονικά προετοιμασμένη ληστεία, στην άλλη η επαγγελματική εκτέλεση. Τα δυο αυτά σημεία, που ενοποιούνται βαθμιαία,προσδιορίζονται από κοινή ηθική. Ο Ντιξ διακατέχεται από μία αίσθηση ματαιότητας, αλλά δεν παύει να προσπαθεί, πιστεύοντας βαθύτερα όπως και οι άλλοι ότι η συνειδητοποίηση της οδυνηρής αλήθειας του κενού δεν τον εμποδίζει να δοθεί ολοκληρωτικά στο σκοπό του. Οι παράμετροι της συνηθισμένης χιουστονικής προβληματικής είναι ευανάγνωστοι. Σε αυτό το ελεγχόμενο, απόλυτα, δραματουργικά φιλμ, ο σκηνοθέτης συνθέτει με σκληρές πινελιές, για μια ακόμα φορά το ''προφίλ'' της αποτυχίας. Με τη ''Ζούγκλα της Ασφάλτου'' κλείνει ένα θεματικό κύκλο με μυθοπλασίες επάνω σε κοινωνικές ομάδες με κοινό στόχο.
Το φιλμ ξεκινά δείχνοντας ένα σκοτεινό δρόμο, όπου περιπολεί ένα αστυνομικό αυτοκίνητο. Τα φώτα της πόλης που αντανακλώνται στις βρεγμένες επιφάνειες είναι ένα εξπρεσιονιστικό πρελούδιο σε ένα θέμα που βαθμιαία μεταβάλλεται σε ιμπρεσιονιστικό. Από τον πομπό του περιπολικού απαριθμούνται τα εγκλήματα της ημέρας, ενώ μια κυνηγημένη σκιά που ζητά ασφάλεια από γωνία σε γωνία. διασχίζοντας το άσπρο και περνώντας στο μαύρο διαδοχικά, δίνει συμβολικά τα μέτρα του θέματος του σκληρού αυτού δράματος. Ο οπερατέρ Χάρολντ Ρόσον φώτισε με τόση ακρίβεια τους μισοσκότεινος χώρους ώστε τους μετέβαλε σε σε στοιχείο της εσωτερικής πάλης των χαρακτήρων. Ο Μίκλος Ρότσα υπογράμισσε την συνοπτική αυτή κόλαση με αιχμηρά μουσικά θέματα.
Το σενάριο που συνυπέγραψε ο Μπεν Μάντοου (ο οποίος λόγω των μακκαρθικών διώξεων υπέγραφε ως Ντέιβιντ Γουλφ), επικρίθηκε άδικα για την σκηνή του φινάλε, όπου ο ετοιμοθάνατος Ντιξ Χάντλεϋ\ αφήνει την τελευταία του πνοή στα λιβάδια του Κεντάκυ. Πολλοί κριτικοί ειρωνεύτηκαν την επιμονή των Μπάρνετ (στου οποίου το βιβλίο βασίζεται η ταινία) και Χιούστον να βρίσκουν ελαφρυντικά στους ανθρώπους του υποκόσμου.
Κλασική είναι και η σκηνή της σύλληψης του Ντοκ, μία από τις πιο παράξενες και τρυφερές σκηνές στην ιστορία του παγκόσμιου σινεμά. Ο γερο-κακοποιός μετά την αποτυχία του εγχειρήματος αφήνει το χρόνο να κυλήσει ενσυνείδητα καθώς προσηλώνεται στο χορό μίας κοπελίτσας σε ένα μπαρ και δίνει έτσι την ευκαιρία στην αστυνομία να τον πιάσει.
Ο Ντοκ, ένας παθιασμένος της περιπέτειας, ένας αριστοκράτης της χίμαιρας, είναι μία προέκταση, μια μετωνυμία του Χιούστον, ο οποίος λάτρευε την έντονη ζωή και τις περιπλανήσεις. Σε κάποια σκηνή ο Γερμανός ''μετρ'' απευθυνόμενος στον Ντιξ εκστομίζει μία χαρακτηριστική φράση, δανειζόμενος τη φωνή του σκηνοθέτη: ''Όταν επιστρέφει κανείς στο σπίτι του είναι ξοφλημένος...''.
https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=739751406089769&id=711885062209737